Μέλασμα (Πανάδες)

Τι είναι το μέλασμα

Το μέλασμα ή πανάδες, είναι η ονομασία των υπερμελαγχρώσεων που εμφανίζονται στο δέρμα, κυρίως στο πρόσωπο, το λαιμό και τα χέρια. Είναι μια επίκτητη δερματοπάθεια που χαρακτηρίζεται από συμμετρική κηλιδώδη υπερμελάγχρωση του προσώπου.

Οι αιτίες που την προκαλούν είναι πολλές, και ως τώρα δεν έχουν αποσαφηνιστεί πλήρως. Η γενετική προδιάθεση, η έκθεση στην ηλιακή ακτινοβολία και οι γεννητικές ορμόνες της γυναίκας, είναι μόνο κάποιοι από τους παράγοντες που ενοχοποιούνται. Η κλινική πορεία του μελάσματος είναι χρόνια και έχει συχνές υποτροπές, δυσχεραίνοντας την αποτελεσματική θεραπευτική αντιμετώπιση.

Ο όρος μέλασμα έχει τις ρίζες του στην αρχαία Ελληνική λέξη μέλας που σημαίνει μαύρος.

Το μέλασμα παρατηρείται συχνότερα στις γυναίκες, οι οποίες αποτελούν το 90% των περιπτώσεων, και το εμφανίζουν κυρίως εκείνες που είναι σε αναπαραγωγική ηλικία. Αν και προσβάλλονται όλοι οι τύποι επιδερμίδας, το μέλασμα είναι πολύ συχνότερο στο σκουρόχρωμο δέρμα.

Η παθοφυσιολογία του μελάσματος εξακολουθεί να είναι ασαφής. Η έκθεση στην ηλιακή ακτινοβολία θεωρείται ο σημαντικότερος αιτιολογικός παράγοντας. Διαφαίνεται όμως ότι εμπλέκονται επίσης ορμονικοί αλλά και γενετικοί παράγοντες. Πάνω από το 30% των ασθενών δηλώνουν οικογενειακό ιστορικό μελάσματος. Σε κάποιες σπάνιες περιπτώσεις ενοχοποιούνται φωτοτοξικές ή φωτοαλλεργικές αντιδράσεις προς ορισμένα φάρμακα και καλλυντικά.

Η έντονη έκθεση στην ηλιακή ακτινοβολία, οξεία ή χρόνια, αποτελεί εξαιρετικά επιβαρυντικό παράγοντα για το μέλασμα, λόγω της επίδρασης της στα μελανινοκύτταρα. Το μέλασμα πάντα εντοπίζεται σε περιοχές του σώματος που εκτίθενται στον ήλιο. Η υπεριώδης ακτινοβολία δημιουργεί υπεροξείδωση των λιπιδίων των κυτταρικών μεμβρανών και παραγωγή ελευθέρων ριζών, που με τη σειρά τους αυξάνουν τον ρυθμό πολλαπλασιασμού και μετανάστευσης των μελανινοκυττάρων, καθώς επίσης ενεργοποιούν τη μελανινογένεση.

Άλλοι παράγοντες που συντελούν στην εμφάνιση του μελάσματος είναι πρόσφατη κύηση ή λήψη αντισυλληπτικών δισκίων.

Οι βλάβες είναι μελαγχρωματικές κηλίδες με ασαφή όρια αλλά με συμμετρική κατανομή στην περιοχή όπου εμφανίζονται. Το χρώμα τους είναι ανοικτό ή σκούρο καστανό στο επιδερμιδικό τύπο και μελανό ή κυανωπό στον χοριακό τύπο.

Υπάρχουν διάφορες κλινικές υποδιαιρέσεις της μορφής του μελάσματος. Από αυτά, η κεντροπροσωπική μορφή είναι η πιο συνηθισμένη και περιλαμβάνει την περιοχή του μετώπου, τη μύτη, τις παρειές, το άνω χείλος και το πηγούνι. Η δεύτερη πιο κοινή μορφή είναι η παρειακή και αφορά μόνο την περιοχή της μύτης και τις παρειές. Τέλος, υπάρχει και η κάτω γναθιαία μορφή, η οποία εστιάζεται στη περιοχή της κάτω γνάθου.

Στην πράξη, όμως, τα περισσότερα άτομα που παρουσιάζουν μέλασμα προσέρχονται με κλινική εικόνα η οποία αποτελεί συνδυασμό των παραπάνω μορφών.

Άλλη μια κατηγοριοποίηση του μελάσματος γίνεται ανάλογα με την εντόπιση της μελανίνης στο δέρμα. Ο διαχωρισμός αυτός βασίζεται στην εξέταση με τη λυχνία του Wood (μήκος κύματος 340-400 nm). Διακρίνονται 4 υποκατηγορίες: η επιδερμιδική, η χοριακή, η μικτή και η μη καθορισμένη. Η μη καθορισμένη μορφή βασικώς αφορά άτομα με πολύ σκούρο δέρμα, όπου η εξέταση με τη λυχνία Wood δεν μπορεί να διακρίνει τις πανάδες.

Αίτια εμφάνισης μελάσματος

Τα βασικά αίτια εμφάνισης των δυσχρωμιών του δέρματος περιλαμβάνουν:

  • Χρόνια ή έντονη έκθεση στην ηλιακή ακτινοβολία χωρίς προστασία. Επίσης, ένα χημικό πίλινγκ σε εποχή με έντονη ηλιοφάνεια, που δεν συνοδεύεται από συστηματική αντιηλιακή προστασία μπορεί αντίστοιχα να προκαλέσει πανάδες.
  • Το μέλασμα παρατηρείται συχνά κατά τη διάρκεια μιας εγκυμοσύνης, λόγω των ορμονικών αλλαγών.
  • Ορμονικοί και κληρονομικοί παράγοντες. Αν οι γονείς είχαν μέλασμα είναι πολύ πιθανό να εμφανίσει και το παιδί τους.
  • Η λήψη αντισυλληπτικών, ορισμένων φαρμάκων όπως αντιεπιληπτικά, κορτιζόνη, ισοτρετινοϊνη και κάποια αντιβιοτικά.
  • H χρήση καλλυντικών με συστατικά όπως το σαλικυλικό οξύ, διάφορα συντηρητικά ή φωτοευαισθητοποιές ουσίες ευθύνονται για τις πανάδες.
  • Οποιαδήποτε φλεγμονή, έγκαυμα, τραυματισμός του δέρματος ή ακμή που δεν αντιμετωπίζεται έγκαιρα και σωστά, μπορεί να οδηγήσει σε δυσχρωμία.

 Θεραπεία

Ο δερματολόγος αφού εξετάσει το δέρμα του πάσχοντα, αξιολογήσει τον τύπο και το βάθος των βλαβών, θα προχωρήσει σε μια από τις παρακάτω θεραπείες ή σε συνδυασμό αυτών.

Σε πρώτο στάδιο, θα αντιμετωπιστούν τοπικά με ουσίες που εστιάζουν στις πηγές σύνθεσης της μελανίνης, προστασία από την ηλιακή ακτινοβολία με ισχυρά αντιηλιακά προϊόντα και αλοιφές κάλυψης για να καμουφλαριστούν και να κρυφτεί η άσχημη όψη τους.

Σε βαθύτερες πανάδες, επιλέγονται χημικά πήλινγκ και η χρήση laser, όπου όμως πάντα πρέπει να εφαρμόζονται από εξειδικευμένο δερματολόγο στις υπερμελαγχρώσεις για αποφυγή εμφάνισης επιπλοκών. Στις περιπτώσεις μελάσματος η επιδερμίδα είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη και χρήζει μεγάλης προσοχής στην επιλογή της θεραπείας για αποφυγή επιδείνωσης του προβλήματος.

Οι κυριότερες θεραπείες:

Λευκαντικές αλοιφές: Η υδροκινόνη, τα ρετινοειδή, το αζελαϊκό οξύ και το κοχικό οξύ επιδρούν µε εξειδικευµένο µηχανισµό, αναστέλλοντας την μελανογένεση στο δέρµα. Η τοπική θεραπεία με λευκαντικούς παράγοντες βελτιώνει τη δυσχρωμία, όμως η λανθασμένη χρήση μπορεί να δημιουργήσει δερματικό ερεθισμό αλλά και να επιδεινώσει την υπερμελάγχρωση.

Χημικά peelings: Τα αποτελεσματικότερα peelings για τη θεραπεία του μελάσματος είναι αυτά της κατηγορίας των υδροξυ-οξέων. Με βασικά συστατικά το σαλικυλικό, γλυκολικό και τριχλωροξικό οξύ, ο δερματολόγος επιλέγει ανάλογα με τον φωτότυπο του ασθενούς ένα από τα παραπάνω συστατικά. Το χημικό peeling απομακρύνει την πλεονάζουσα μελανίνη από το δέρμα. Απαιτείται όμως μεγάλη προσοχή στην εφαρμογή του καθώς υπάρχει κίνδυνος να προκληθεί ερεθισμός και να εμφανιστεί μεταφλεγμονώδης υπερμελάγχρωση.

Δερμοαπόξεση: Ανάλογα με την έκταση και το βάθος του μελάσματος, με μια ειδική συσκευή γίνεται απολέπιση του δέρματος. Με την δερμοαπόξεση αναγεννάται η επιδερμίδα, καθώς αφαιρείται το τμήμα που παρουσιάζει τις δυσχρωμίες. Η απολέπιση μπορεί να είναι ήπιας ή έντονης μορφής, όταν όμως γίνεται έντονη δερμοαπόξεση υπάρχει πάντα ο φόβος των παρενεργειών όπως ερυθρότητα, τσούξιμο και ξεφλούδισμα.

Laser: Η μελανίνη παρουσιάζει ευρύ φάσμα απορρόφησης ακτινοβολίας, άρα επιτρέπει τη χρήση διάφορων ειδών laser ως θεραπευτικά μέσα. Επιπρόσθετα, η ακτινοβολία μπορεί να εισχωρήσει και σε βαθύτερα στρώματα (το χόριο του δέρματος). Τα laser που χρησιμοποιούνται με μεγάλη αισθητική βελτίωση είναι το pulsed dye laser, το fractional laser και το laser CO2.

Το fractional laser προκαλεί πολλαπλούς μικροτραυματισμούς στην επιδερμίδα μέσω της θερμικής ενέργειας, χωρίς να επηρεάζει όλο το πάχος της, και έτσι μειώνεται αισθητά ο κίνδυνος εμφάνισης μεταφλεγμονώδους υπερμελάγχρωσης. Σημαντικό στοιχείο είναι πως το συγκεκριμένο laser είναι το μοναδικό που έχει έγκριση από τον FDA για χρήση στην θεραπεία του μελάσματος.

Το laser CO2 προκαλεί εξάχνωση του νερού της επιδερμίδας, απομακρύνοντας έτσι την χρωστική που προκαλεί την υπερμελάγχρωση. Η αρχική εφαρμογή ενός CO2 laser μπορεί να στοχεύσει την υπερμελάγχρωση της επιδερμίδας προκαλώντας ελάχιστη θερμική βλάβη στα βαθύτερα στρώματα του δέρματος ενώ, εν συνεχεία, η εφαρμογή ενός pulsed dye laser μπορεί να στοχεύσει αποτελεσματικότερα τις χρωστικές που βρίσκονται στο χόριο.

Αναστέλλοντας τη δράση των υπερενεργών μελανοκυττάρων το laser επιτυγχάνει την αποδόμηση της δυσχρωμίας, και εμποδίζει την επανεμφάνισή της για μεγάλο χρονικό διάστημα, σε κάποιες περιπτώσεις και μόνιμα. Απαιτούνται ελάχιστες συνεδρίες καθώς η δράση του laser είναι ταχύτατη, παρατηρούνται ελάχιστες ως μηδαμινές παρενέργειες και η πιθανότητα επανέξαρσης του μελάσματος μειώνεται κατά πολύ μεγάλο βαθμό.

Διάρκεια θεραπείας

Η διάρκεια της θεραπείας εξαρτάται από τη μέθοδο που θα ακολουθηθεί και βέβαια το βάθος του προβλήματος. Το μέγιστο που μπορεί να διαρκέσει είναι τρεις μήνες, και επίσης αποφεύγεται οποιαδήποτε θεραπεία σε εποχή έντονης ηλιοφάνειας. Συνίσταται να γίνεται μεταξύ φθινοπώρου και πριν ξεκινήσει η άνοιξη, καθώς είναι η μόνη περίοδος που η ηλιακή ακτινοβολία είναι εξασθενημένη.

Πρόληψη

Το μέλασμα όταν εμφανίζεται είναι πολύ δύσκολο να εξαλειφθεί πλήρως, ακόμα και αν είναι απολύτως επιτυχημένη η θεραπεία ο κίνδυνος επανεμφάνισης είναι μεγάλος. Για να ελαχιστοποιηθούν οι πιθανότητες πρόκλησης της αντιαισθητικής αυτής δερματοπάθειας, πρέπει να αποφεύγεται:

  • H χρήση καλλυντικών που περιέχουν ουσίες όπως το σαλικυλικό οξύ, χημικά συντηρητικά ή φωτοευαισθητοποιές ουσίες
  • Η έκθεση στην υπεριώδη ακτινοβολία, είτε τη φυσική (ήλιος) είτε την τεχνητή (solarium).
  • Η σωστή χρήση αντηλιακού για την προστασία του δέρματος συμβάλλει, όχι μόνο στην αποτροπή της εκ νέου δημιουργίας πανάδων, αλλά και ενάντια της φωτογήρανσης και του καρκίνου του δέρματος. Ένα αντιηλιακό με υψηλό δείκτη προστασίας επιβάλλεται να εφαρμόζεται όλο το χρόνο.
  • Ο δερματολόγος μετά το πέρας της θεραπείας πιθανώς να προτείνει μια τοπική αγωγή με μία ήπια λευκαντική κρέμα ή αλοιφή για την πρόληψη εμφάνισης νέων δυσχρωμιών. Για την συντήρηση του αποτελέσματος ενδεχομένως σε βάθος χρόνου να χρειαστούν και κάποιες επαναληπτικές συνεδρίες με laser, πάντα όμως σε περιόδους μικρής ηλιοφάνειας και όχι καλοκαίρι.

Βιβλιογραφία:

  1. Andrew’s Diseases of the skin-clinical dermatology, εκδόσεις ELSEVIER
  2. ‘Ατλας Κλινικής Δερματολογίας, Anthony Du Vivier, εκδόσεις Πασχαλίδης-Broken Hill
  3. Κλινική Δερματολογία, Thomas Fitzpatrick, εκδόσεις Πασχαλίδη
  4. Dermatology Bolognia Jorizzo Shaffer, εκδόσεις ELSEVIER

Επικοινωνήστε μαζί μας