Ηπατίτιδα B και C

Πρόκειται για μια σοβαρή, μεταδοτική ασθένεια που προσβάλλει το ήπαρ. Οι κυριότεροι τύποι ηπατίτιδας είναι οι Α, Β, και C. Στην εποχή μας, ένας στους είκοσι ανθρώπους στην Ελλάδα (με αντίστοιχη αναλογία έναν στους δώδεκα ανθρώπους σε όλο τον κόσμο) είναι φορέας ηπατίτιδας B ή C. Το ποσοστό αυτό είναι πολύ υψηλότερο από αυτό των ατόμων που είναι φορείς του HIV / AIDS ή αυτών που πάσχουν από καρκίνο οποιασδήποτε μορφής. Παρόλη την υψηλή μετάδοση της ηπατίτιδας, οι περισσότεροι από τους φορείς δεν γνωρίζουν την ύπαρξή της στον οργανισμό τους, ενώ η ενημέρωση που αφορά την ασθένεια αυτή και τους τύπους της είναι ιδιαίτερα ελλιπής.

 Ηπατίτιδα Β

Γύρω στους 350.000.000 ανθρώπους, δηλαδήτο 5% του πληθυσμού της γης, έχουν χρόνια HBV λοίμωξη (Ηπατίτιδα Β). Στην Ελλάδα, η συχνότητα των ασθενών με χρόνια HBV λοίμωξη εκτιμάται μεταξύ του 2% και 3%, ενώ παρουσιάζεται σαφώς αυξημένη στους οικονομικούς μετανάστες. Μολονότι ο εμβολιασμός είναι αποτελεσματικός και στη χώρα μας παρατηρείται σημαντικότατη ελάττωση της HBV λοίμωξης στα παιδιά και εφήβους, οι επιπλοκές της χρόνιας λοίμωξης από τον ιό της ηπατίτιδας προβλέπεται να αυξηθούν στο μέλλον, καθώς τα παλαιότερα περιστατικά χρόνιων HBV λοιμώξεων δεν έχουν μειωθεί σε αριθμό, με συνέπεια οι επιπλοκές από αυτές να αυξάνονται καθώς μεγαλώνουν σε ηλικία οι ασθενείς.

Η ηπατίτιδα Β βρίσκεται στο αίμα, το σάλιο, τα κολπικά υγρά και το σπέρμα όσων έχουν προσβληθεί από τον ιό. Είναι μια ιδιαίτερα επικίνδυνη νόσος, διότι είναι πιθανό να εξελιχθεί σε χρόνια λοίμωξη, με αποτέλεσμα την κίρρωση και σε τελικό στάδιο τον καρκίνο του ήπατος.

Μετάδοση

  • Η ηπατίτιδα Β μεταδίδεται:
  • Με τη σεξουαλική επαφή.
  • Από τυχαίο τρύπημα με αντικείμενα που έχουν έρθει σε επαφή με μολυσμένο αίμα.
  • Με μολυσμένες βελόνες και σύριγγες.
  • Στο έμβρυο που κυοφορείται από τη μολυσμένη έγκυο τις τελευταίες ημέρες πριν τον τοκετό.

Συμπτώματα

Τα πρώτα συμπτώματα της νόσου συνήθως προκύπτουνδύο με τρεις μήνες μετά την επαφή με τον ιό και περιγράφονταιως ατονία, καταβολή, ανορεξία, εμετούς, πυρετό και πόνος στην κοιλιά. Αργότερα εμφανίζεται ο ίκτερος (κιτρινίζει το δέρμα και το λευκό τμήμα των ματιών), που είναι κύριο χαρακτηριστικό της ηπατίτιδας.

Πρέπει όμως να τονιστεί πως δεν νοσούν όλοι οι άνθρωποι που έρχονται σε επαφή με τον ιό. Μόνο το 5-10% εμφανίζουν συμπτώματα, ενώ οι υπόλοιποι αποκτούν ανοσία στην ηπατίτιδα Β. Δυστυχώς όμως κατά το διάστημα που είναι μολυσμένοι έως ότου δηλαδή αποκτήσουν ανοσία, μπορούν να τη μεταδώσουν.

Οι φορείς της ηπατίτιδας Β είναι άνθρωποι οι οποίοι μεταδίδουν σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους τον ιό της ηπατίτιδας Β. Σε κάποια στιγμή της ζωής τους κόλλησαν τον ιό, αλλά δεν απέκτησαν αντισώματα.

Το εμβόλιο κατά της ηπατίτιδας Β είναι πολύ αποτελεσματικό και γίνεται με ένεση ενδομυϊκά σε 3 δόσεις. Πρέπει να γίνεται σε όλο τον πληθυσμό, αλλά κυρίως στα βρέφη και τα παιδιά προεφηβικής ηλικίας.

Εκτός από το εμβόλιο, υπάρχουν και ορισμένες άλλες προφυλάξεις που μπορούν να προστατεύσουν έναντι ενδεχόμενης προσβολής από τον ιό:

Απαραίτητη η χρήση προφυλακτικού κατά τη σεξουαλική επαφή, ειδικά όταν η σχέση δεν είναι μόνιμη.

Αποφυγή επαφής μεσύριγγες ή βελόνες που βρίσκονται πεταμένες σε πάρκα, στο δρόμο.

Τέλος, συστήνεται έλεγχος και εμβολιασμός όλων των ατόμων που ανήκουν σε ομάδες υψηλού κινδύνου όπως: οι πολυμεταγγιζόμενοι, τα άτομα με πολλούς ερωτικούς συντρόφους, τα μέλη της οικογένειας θετικών φορέων της ηπατίτιδας Β, οι χρήστες ενδοφλέβιων ναρκωτικών, οι αιμοκαθαιρόμενοι ασθενείς και οι επαγγελματίες υγείας.

Ηπατίτιδα C

H ηπατίτιδα C αποτελεί μια από τις συχνότερες αιτίες ηπατικής νόσου παγκοσμίως. Ειδικότερα στην Ελλάδα υπολογίζεται ότι περίπου 2% του γενικού πληθυσμού, δηλαδή 200.000 άνθρωποι, έχουν χρόνια λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας C.

Η υψηλότερη συχνότητα της ηπατίτιδας C συναντάται σε άτομα ηλικίας 40-60 ετών. Είναι γεγονός ότι οι νέες περιπτώσεις ηπατίτιδας C έχουν ελαττωθεί αισθητά μετά τα τέλη της δεκαετίας του 1980, κυρίως λόγω του υποχρεωτικού ελέγχου του αίματος και παραγώγων του, αλλά και γενικότερα της βελτίωσης των συνθηκών νοσηλείας και των κανόνων αποστείρωσης.

Πολλές όμως παλαιές περιπτώσεις ηπατίτιδας C παραμένουν ακόμη αδιάγνωστες. Έτσι, οι αριθμοί των διαγνωσμένων ασθενών με ηπατίτιδα C αναμένεται να αυξηθούν σημαντικά εντός της επόμενης δεκαετίας, λόγω της αποκάλυψης ολοένα και περισσότερων παλαιών περιπτώσεων ηπατίτιδας C.

Μετάδοση

Ο ιός της ηπατίτιδας C μεταδίδεται κυρίως με:

  • Χρήση ενδοφλεβίων ναρκωτικών. Είναι σήμερα η κύρια οδός μετάδοσης του ιού της ηπατίτιδας C. Υπολογίζεται ότι περισσότεροι από 80% των ενεργών ή πρώην χρηστών ενδοφλεβίων ναρκωτικών έχουν ηπατίτιδα C.
  • Σεξουαλική μετάδοση. Μόλις το 2-4% των σταθερών ερωτικών συντρόφων ασθενών με ηπατίτιδα C αποδεικνύεται να έχει ηπατίτιδα C. Η πιθανότητα μετάδοσης ηπατίτιδας C σε σταθερά μονογαμικά ετεροφυλοφιλικά ζευγάρια είναι μικρότερη από 1% το χρόνο, αλλά αυξάνει αρκετά σε άτομα με πολλαπλούς ερωτικούς συντρόφους ή με ομοφυλοφιλικές επαφές.
  • Μετάγγιση αίματος ή παραγώγων του (πριν από το 1992). Οι μεταγγίσεις αίματος και παραγώγων του θεωρούνται σήμερα ασφαλείς, αλλά όλα τα άτομα που είχαν λάβει μεταγγίσεις πριν από το 1992 θα πρέπει να ελέγχονται γιατί υπάρχει πιθανότητα να έχουν μολυνθεί με τον ιό της ηπατίτιδας C.
  • Κάθετη μετάδοση (από έγκυο στο έμβρυο). Μετάδοση ηπατίτιδας C από θετική μητέρα σε νεογέννητο θεωρείται ότι συμβαίνει περίπου σε 2-7%. Η πιθανότητα μετάδοσης στο νεογνό αυξάνει σε 20% όταν πρόκειται για μητέρες που έχουν ταυτόχρονα και λοίμωξη με τον ιό του AIDS.

Ο χρόνος επώασης, δηλαδή ο χρόνος από τη στιγμή της μόλυνσης μέχρι τη στιγμή της εκδήλωσης συμπτωμάτων, της οξείας ηπατίτιδας C είναι 30-90 ημέρες. Η πλειοψηφία (75-80%) των ασθενών με οξεία ηπατίτιδα C δεν έχουν κανένα σύμπτωμα, αλλά δυστυχώς οι περισσότεροι ασθενείς (65-85%) δεν κατορθώνουν να αποβάλλουν τον ιό και αναπτύσσουν στη συνέχεια χρόνια ηπατίτιδα C.

Το 15-20% από τους φορείς της νόσου αναπτύσσουν κίρρωση εντός 20ετίας. Ο κίνδυνος ανάπτυξης κίρρωσης είναι πολύ μικρότερος σε παιδιά και νέες γυναίκες και πολύ υψηλότερος σε μεσήλικες. Η ταυτόχρονη παρουσία ηπατίτιδας Β και/ή λοίμωξης με τον ιό του AIDS και η κατάχρηση αλκοόλ επιταχύνουν την εξέλιξη της χρόνιας ηπατίτιδας C σε κίρρωση. Όλοι οι ασθενείς με κίρρωση έχουν αυξημένο κίνδυνο να αναπτύξουν καρκίνο του ήπατος.

Η κίρρωση και ο καρκίνος του ήπατος αποτελούν τις δύο πιο συχνές αιτίες θανάτου των ασθενών με χρόνια ηπατίτιδα C.

Δυστυχώς, δεν υπάρχει και ούτε προβλέπεται να αναπτυχθεί εντός των επομένων ετών εμβόλιο που να προφυλάσσει από την ηπατίτιδα C. Επιπλέον, οι περισσότεροι ασθενείς με ηπατίτιδα C δεν έχουν ακόμη ανιχνευθεί. Γι’ αυτό επιβάλλεται να τηρούνται από όλους πολύ προσεκτικά τα γενικά μέτρα πρόληψης ώστε να αποφεύγεται η παρεντερική έκθεση όλων σε δυνητικά μολυσμένα αντικείμενα.

Ειδικότερα μέτρα πρόληψης της μετάδοσης του ιού από άτομα με γνωστή ηπατίτιδα C είναι:

  • Όλοι οι ασθενείς με ηπατίτιδα C δεν πρέπει να χρησιμοποιούν από άλλους ούτε να μοιράζονται με άλλους αντικείμενα που μπορεί να έρθουν σε επαφή με το αίμα τους, όπως ξυραφάκια, οδοντόβουρτσες, νυχοκόπτες, αποτριχωτικές συσκευές κλπ.
  • Η χλωρίνη αποτελεί το καλύτερο μέσο για καθαρισμό και απολύμανση αντικειμένων κοινής χρήσης που έρχονται σε επαφή με αίμα ασθενούς με ηπατίτιδα C.

 

Βιβλιογραφία:

  1. Color Atlas & Synopsis of Sexually Transmitted Diseases, Third Edition (Handsfield, Color Atlas & Synopsis of Sexually Transmitted Diseases), 3rd Edition, by Hunter Handsfield
  2. Genital Dermatology Atlas Second Edition by Libby Edwards MD (Author), Peter J. Lynch MD (Editor)
  3. CURRENT Diagnosis & Treatment of Sexually Transmitted Diseases (LANGE CURRENT Series) 1st Edition
    by Jeffrey Klausner (Author), Edward Hook (Author)

Επικοινωνήστε μαζί μας