Ουρηθρίτιδα

Η ουρηθρίτιδα είναι η φλεγμονή και το οίδημα της ουρήθρας. Προκαλείται είτε από το γονόκοκκο είτε από άλλους παράγοντες, όπως είναι τα χλαμύδια, το μυκόπλασμα, το ουρεόπλασμα, Ε. coli, και την τριχομονάδα.

Σύμφωνα με το Αμερικανικό Εθνικό Ινστιτούτο Υγείας, ένας τραυματισμός ή ευαισθησία σε χημικές ουσίες οι οποίες χρησιμοποιούνται στα αντισυλληπτικά ζελέ, σε κρέμες ή αφρούς, καθώς και σε σπερματοκτόνα μπορούν επίσης να προκαλέσουν ουρηθρίτιδα.

Είναι από τα πλέον διαδεδομένα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα. Αν δεν αντιμετωπιστεί θεραπευτικά, μπορεί να εξελιχθεί σε χρόνια γονόρροια με σοβαρές επιπλοκές. Επηρεάζει τόσο τους άνδρες, όσο και τις γυναίκες, και το βασικό σύμπτωμα είναι η δυσκολία ούρησης, η οποία συνοδεύεται με πόνο ή αίσθηση καύσου.

Η φλεγμονή αντιμετωπίζεται με αντιβιοτική αγωγή.

Γονοκοκκική ουρηθρίτιδα

Οφείλεται στον Gram (+) διπλόκοκκο, N.gonorrhoeae, και κατά κύριο λόγο, μεταδίδεται με τη σεξουαλική επαφή. Επίσης είναι πιθανό να μεταδοθεί μέσω του στόματος όταν μολυνθεί ο φάρυγγας. Ουρηθρικό έκκριμα και καύσος κατά την ούρηση είναι τα κλασικά συμπτώματα.

Το έκκριμα συνήθως είναι πυώδες, μπορεί να είναι όμως διαφανές, ανάλογα με το μικρόβιο, ή ακόμη και να απουσιάζει εντελώς. Η ακριβής διάγνωση πραγματοποιείται με εργαστηριακό έλεγχο του εκκρίματος της ουρήθρας.

Μη γονοκοκκική ουρηθρίτιδα

Μια ιδιαίτερα κοινή σεξουαλικά μεταδιδόμενη νόσο, η οποία προσβάλει συχνότερα, σε αντίθεση με τη γονοκοκκική, τις υψηλότερες κοινωνικές τάξεις.

Η μη γονοκοκκική ουρηθρίτιδα είναι ένα σύνδρομο με πολλούς αιτιολογικούς παράγοντες, ο πιο σπουδαίος και πιθανόν ο πιο επικίνδυνος είναι ο C. Trachomatis, που φθάνει σε ποσοστό 30 – 50 %.

Το ποσοστό ασυμπτωματικών σε άνδρες είναι 0 – 7%,ενώ στις γυναίκες φτάνει το 50 %. Δεύτερος σε συχνότητα αιτιολογικός παράγοντας είναι το Ureaplasma urealyticum που φθάνει το ποσοστό 20 – 50 % των πασχόντων. Άλλοι είναι: ο ιός του έρπητα, η τριχομονάδα και ο κυτταρομεγαλοϊός.

Το ουρηθρικό έκκριμα και η δυσουρία είναι τα πιο κοινά συμπτώματα της νόσου. Πολύ συχνά όμως είναι ασυμπτωματική.

Η διάγνωση βασίζεται κυρίως στη λήψη ουρηθρικού εκκρίματος, το πρωί πριν την ούρηση, και μετά ακολουθεί λήψη των πρώτων ούρων (VB1) για αναζήτηση πυοσφαιρίων και ουροκαλλιέργεια.

Η αναζήτηση του C.Trachomatis θα γίνει με στυλεό, ώστε να ληφθούν επιθηλιακά κύτταρα από την ουρήθρα, τα οποία στη συνέχεια καλλιεργούνται σε κατάλληλο υλικό. Για λόγους πρόληψης, ο έλεγχος συνεχίζεται για αναζήτηση μυκοπλασμάτων και τριχομονάδας.

Τα πρώτα στάδια της διάγνωσης περιλαμβάνουν την κλινική εξέταση και τη λήψη εκκρίματος από τον κόλπο ή το στόμιο του πέους.

Κατόπιν γίνονται μικροβιολογικές εξετάσεις και προσδιορίζεται η ευαισθησία του μικροβίου σε αντιβιοτική αγωγή.

Η πρόληψη της νόσου γίνεται με τη διατήρηση ασφαλών σεξουαλικών επαφών, κατά προτίμηση με σταθερό σύντροφο, την καλή προσωπική υγιεινή και την αποφυγή χημικών ουσιών που μπορεί να ερεθίσουν την ουρήθρα.

Η υποτροπή της νόσου είναι συχνή, και συνήθως οφείλεται σε επαναμόλυνση με τον ίδιο μικροβιακό παράγοντα από τον ίδιο ερωτικό σύντροφο που δεν έχει υποβληθεί σε θεραπεία, ή σε ανάπτυξη αντίστασης του αιτιολογικού παράγοντα στη θεραπεία.

Στους άνδρες η μη γονοκοκκική ουρηθρίτιδα προκαλεί πάρα πολύ σπάνια επιπλοκές, σε αντίθεση με τις γυναίκες, όπου προκαλούνται σοβαρότατες επιπλοκές όπως η εκτεταμένη πυελική φλεγμονή, με πιθανή εξέλιξη ακόμη και τη στειρότητα ή την έκτοπη εγκυμοσύνη.

Πρέπει να τονισθεί ότι κυρίως οι άνδρες συμμετέχουν ενεργά στη μετάδοση της νόσου, σε ποσοστό 80%.

Θεραπεία ουρηθρίτιδας

Η ουρηθρίτιδα θεραπεύεται με αντιβιοτικά. Είναι σημαντικό να λάβει ο ασθενής τη θεραπεία μέχρι τέλους για να εξασφαλίσει την πλήρη ίαση και να αποφύγει υποτροπές.

Τα συμπτώματα μπορεί να παραμένουν έντονα τις πρώτες μέρες της θεραπείας, διότι απαιτείται κάποιος χρόνος για να αρχίσει η επίδραση της αντιβίωσης. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας είναι σημαντικό να αποφεύγεται η σεξουαλική επαφή, καθώς και η κατανάλωση οινοπνεύματος (ερεθίζει την ουρήθρα).

Ενδέχεται να πρέπει να λάβει και ο σεξουαλικός σύντροφος του πάσχοντα αντιβίωση, έτσι ώστε να αποφευχθεί η επανεμφάνιση της νόσου.

 

Βιβλιογραφία:

  1. Color Atlas & Synopsis of Sexually Transmitted Diseases, Third Edition (Handsfield, Color Atlas & Synopsis of Sexually Transmitted Diseases), 3rd Edition, by Hunter Handsfield
  2. Genital Dermatology Atlas Second Edition by Libby Edwards MD (Author), Peter J. Lynch MD (Editor)
  3. CURRENT Diagnosis & Treatment of Sexually Transmitted Diseases (LANGE CURRENT Series) 1st Edition
    by Jeffrey Klausner (Author), Edward Hook (Author)
Συμπληρώστε το ατομικό ιατρικό ιστορικό
Συμπληρώστε το ατομικό ιατρικό ιστορικό

Επικοινωνήστε μαζί μας