Χλαμύδια

Η λοίμωξη από χλαμύδια είναι ένα από τα συνηθέστερα εμφανιζόμενα αφροδίσια νόσηματα. Το βακτήριο που την προκαλεί ονομάζεται Chlamydia trachomatis και εμφανίζεται συχνότερα σε νεαρά άτομα με δραστήρια σεξουαλική ζωή και εναλλαγή πολλών συντρόφων. Η ονομασία του προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη “χλαμύδα” (που σημαίνει “μανδύας”) λόγω της μορφής του, καθώς μοιάζει σαν μανδύας που τυλίγει τον πυρήνα του μολυσμένου κυττάρου.

Η λοίμωξη μεταδίδεται μέσω κάθε μορφής σεξουαλικής πράξης (κολπικό, πρωκτικό και στοματικό σεξ), ενώ μπορεί να μεταδοθεί και από τη μολυσμένη μητέρα στο μωρό στη διάρκεια του φυσιολογικού τοκετού.

Χλαμύδια Συμπτώματα

Τα χλαμύδια εν γένει είναι μια «σιωπηρή νόσος»: Στο 75% των γυναικών και στο 50% των ανδρών που έχουν μολυνθεί δεν παρουσιάζονται συμπτώματα. Στην περίπτωση όμως εμφάνισης συμπτωμάτων, αυτό συμβαίνει 1-3 εβδομάδες μετά την επαφή με το μικρόβιο.

Τα συνήθη συμπτώματα στις γυναίκες είναι συχνουρία, έκκριση κολπικών υγρών, πόνος κατά την σεξουαλική επαφή, δυσουρία (δυσκολία στην ούρηση).

Στους άνδρες τα συμπτώματα – δυσουρία, έκκριση υγρών από το πέος, συχνουρία, κνησμός κατά την ούρηση – είναι πιο εμφανή και αναγνωρίσιμα.

Κοινές κλινικές εκδηλώσεις στη γυναίκα είναι η τραχηλίτιδα. Στον άνδρα η λοίμωξη εντοπίζεται στην ουρήθρα, το φάρυγγα ή τον πρωκτό, ανάλογα με τη μορφή της σεξουαλικής επαφής.

Οι λοιμώξεις από Chlamydia Trachomatis, τόσο οι συμπτωματικές όσο και οι ασυμπτωματικές, είναι πιθανό να δημιουργήσουν επιπλοκές με σοβαρότερες τη χρόνια φλεγμονώδη νόσο της πυέλου και την προσβολή των σαλπίγγων που ενέχουν τον κίνδυνο, στις γυναίκες, να οδηγήσουν σε υπογονιμότητα.

Τέλος, η απόφραξη των σαλπίγγων ως αποτέλεσμα χλαμυδιακής λοίμωξης είναι σημαντικός παράγοντας κινδύνου για έκτοπη κύηση.

Διάγνωση

Η διάγνωση στους άνδρες γίνεται με λήψη υλικού από τις εκκρίσεις της ουρήθρας. Στις γυναίκες αντίστοιχα με λήψη τραχηλικού ή ουρηθρικού δείγματος ή ούρων. Με τη μέθοδο της καλλιέργειας το δείγμα εξετάζεται σε μικροβιολογικό εργαστήριο.

Είναι πολύ πιθανόν η μόλυνση από χλαμύδια να συνυπάρχει με γονόρροια ή σύφιλη, γι’ αυτό και κρίνεται σκόπιμο εφόσον έχει διαπιστωθεί ένα σεξουαλικά μεταδιδόμενο νόσημα, να πραγματοποιείται έλεγχος και για την τυχόν ύπαρξη και άλλων σεξουαλικά μεταδιδόμενων νοσημάτων.

Απαραίτητο φυσικά είναι να εξεταστούν και όλοι οι ερωτικοί σύντροφοι.

Θεραπεία

Η θεραπεία των χλαμυδίων γίνεται με φάρμακα της οικογένειας των μακρολίδων, όπως είναι η αζιθρομυκίνημ με μονοήμερη θεραπεία, ή με τερακυκλίνες, όπως είναι η δοξυκυκλίνη, με εβδομαδιαία θεραπεία. Ο ιατρός μπορεί επίσης να συστήσει την ερυθρομυκίνη ή η οφλοξασίνη.

Επιπλοκές

Στην περίπτωση που η νόσος δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα, μπορεί να δημιουργηθούν σοβαρά αναπαραγωγικά και άλλα προβλήματα υγείας όπως παθήσεις στους πνεύμονες, στα μάτια (τράχωμα) και στα αυτιά.

Στη γυναίκα, στην αρχή τα βακτήρια προσβάλουν το τράχηλο ή/και την ουρήθρα. Στο στάδιο αυτό η γυναίκα μπορεί να έχει κάποιου είδους κολπικές εκκρίσεις ή ένα ενοχλητικό αίσθημα πόνου ή/και καψίματος κατά την ούρηση.

Αν η γυναίκα δεν λάβει θεραπευτική αγωγή, τότε τα χλαμύδια «προχωρούν» σιγά σιγά προς τη μήτρα και από εκεί στις σάλπιγγες, προκαλώντας τελικώς πυελική φλεγμονώδη νόσο. Η πυελική φλεγμονώδης νόσος προκύπτει συχνά χωρίς συμπτώματα, ως «σιωπηλή» ή σε άλλες περιπτώσεις παρουσιάζεται πυελικό ή κοιλιακό άλγος.

Μερικές γυναίκες αναπτύσσουν στειρότητα ή έκτοπη κύηση ως επακόλουθο της μόλυνσης.
Στα νεογέννητα, το πιο συνηθισμένο σύμπτωμα είναι η επιπεφυκίτιδα, αλλά σε οξύτερα περιστατικά μπορεί να προκληθεί μέχρι και πνευμονία.

Γύρω στο 50% των ανδρών δεν εμφανίζονται συμπτώματα, ενώ στο υπόλοιπο 50% εμφανίζονται συμπτώματα ουρηθρίτιδας (λοίμωξης της ουρήθρας), με κοινά χαρακτηριστικά τον πυρετό, πόνο ή το κάψιμο κατά την ούρηση, ασυνήθιστες εκκρίσεις από το πέος και πρησμένους ή μαλακούς όρχεις.

Η εξάπλωση του βακτηρίου στους όρχεις προκαλεί επιδιδυμίτιδα, η οποία, αν δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα, μπορεί να είναι υπαίτια ακόμη και για στειρότητα. Τέλος, τα χλαμύδια μπορούν να προκαλέσουν προστατίτιδα.

Πρόληψη

Το γεγονός πως υπάρχει μεγάλο ποσοστό ασυμπτωματικών περιπτώσεων, δεν συνεπάγεται πως δεν πρέπει να γίνεται έλεγχος.

Είτε υπάρχουν είτε όχι συμπτώματα, όλα τα άτομα που είναι δραστήρια σεξουαλικώς και εναλλάσσουν πολλούς συντρόφους πρέπει να υποβάλλονται σε προληπτικό έλεγχο κάθε χρόνο, ώστε να διαγνωστεί εγκαίρως η τυχόν λοίμωξη.

Iσχυρό μέσο πρόληψης κατά των χλαμυδίων είναι η χρήση προφυλακτικού κατά την σεξουαλική επαφή, οπότε μειώνεται ο κίνδυνος μετάδοσης των χλαμυδίων (και των υπόλοιπων σεξουαλικά μεταδιδόμενων νοσημάτων) έως και 65%.

Η συχνή εξέταση για χλαμύδια επιβάλλεται στις εγκύους και σε άτομα με συχνή εναλλαγή ερωτικών συντρόφων.
Ο μόνος τρόπος αποφυγής όλων των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων είναι η αποχή από κολπικό, πρωκτικό και στοματικό σεξ.

Ένα σεξουαλικά ενεργό άτομο, για να μειώσει τις πιθανότητες του να νοσήσει καλό είναι:

  • Να έχει μια μακροχρόνια αμοιβαίως μονογαμική σχέση με σύντροφο που έχει εξεταστεί και έχει αρνητικά αποτελέσματα στα τεστ σε σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα.
  • Να χρησιμοποιεί πάντα προφυλακτικό latex στην σεξουαλική πράξη.

 

Βιβλιογραφία:

  1. Andrew’s Diseases of the skin-clinical dermatology, εκδόσεις ELSEVIER
  2. ‘Ατλας Κλινικής Δερματολογίας, Anthony Du Vivier, εκδόσεις Πασχαλίδης-Broken Hill
  3. Κλινική Δερματολογία, Thomas Fitzpatrick, εκδόσεις Πασχαλίδη
  4. Dermatology Bolognia Jorizzo Shaffer, εκδόσεις ELSEVIER

 

Συμπληρώστε το ατομικό ιατρικό ιστορικό
Συμπληρώστε το ατομικό ιατρικό ιστορικό

Επικοινωνήστε μαζί μας